Showing posts with label lime sticks. Show all posts
Showing posts with label lime sticks. Show all posts

Wednesday, 3 March 2010

Πηλά τζιαι ρόφκια (μέρος Β')


(συνέχεια από το Α')

Άμαν τζιαι εφκήκεν ο ήλιος για τα καλά, τζιαι η φύση γυρόν τους ήταν πιον όξυπνη, εσηκωστήκαν σιγά-σιγά τζιαι εμπήκαν πιο μέσα στο περβόλιν. Ερέξαν που μες τα δεντρά ως την άλλην άκραν του περβολιού, εγυρίσαν τζιαι αρκέψαν να παρπατούν που μες το περβόλιν, φακκώντας παλαμάκια, σφυρίζοντας τζιαι πετάσσοντας μέσα-μέσα καμιάν πέτραν ποτζιεί-ποδά για να φαράσουν τα πουλιά να πετήσουν προς τες ελιές που είχαν στημένα τα βερκά τους. Την ίδιαν ώραν, είχαν τζιαι τον νουν τους άμπα τζιαι δουν τίποτε που εμπορούσαν να παίξουν με τα λάστιχα τους. Ο Αγγελής είδεν έναν αμπελοπούλλιν πας το κλωνίν μιας ελιάς. Εσημάθκιασεν με το λάστιχον τζιαι ξαπόλησεν το αλλά εν το κούτσιησεν. Έφερεν το λάστιχο στο στόμαν του, έφτυσεν μέσα αλλό έναν βούκκον σκάγια τζιαι εσυνέχισεν με το φάραμαν.

Άμαν εφτάσαν πάλαι στο τέλος του περβολιού, τζιαμαί που εκάθουνταν πριν, εκάτσαν πάλαι πουκάστην τερατσιάν τζιαι αννοίξαν τες τσέντες τους. «Ελπίζω να έφερες κανέναν χαλλούμιν ποτζιείνα της μάνας σου» είπεν ο Παράσκος του Αγγελή. «Ακατάγνωτα, εν κάμνουμεν δίχα του» επολοήθηκεν του ο Αγγελής. Έφκαλεν που την τσένταν του το χαλλούμιν, λλίες ελιές, κανέναν-θκυό αγγουράκια τζιαι λλίον ψουμίν φρέσκον που έψησεν η στετέ του, ούλλα τυλιμένα σε μιαν μαντηλιάν της κουζίνας. Ο Παράσκος έφερεν τζιαι 2-3 αυκά βραστά τζιαι εμπουκκώσαν κάθοντας πουκάστην τερατσιάν, θωρώντας τον ουρανόν τζιαι παρατηρώντας τα πουλλούθκια. Ένας κουρκουτάς εθώρεν τους με περιέργειαν που μιαν τρύπαν στον κορμόν της τερατσιάς. Είδαν έναν μπουλούκκιν μαυρόπουλλους να πετούν ψηλά, προς τον νότον. Αχ τζιαι να πιάνναν κανέναν που τζιείνους, ήταν όμορφα πουλιά τζιαι το κελάηδημαν τους ήταν πολλά γλυτζιήν. Αλλά είχαν άλλα πουλιά να πιάσουν προς το παρόν.

Εποσπαστήκαν που το μπούκκωμαν, εσυνάξαν τα πράματα τους τζιαι αρκέψαν να παρπατούν προσεχτικά προς τες ελιές τους. Που μακρά εμπορούσαν να δουν ότι είχαν πιαστεί λλία πουλλούθκια, αλλά εκοντέψαν σιγά-σιγά άμπα τζιαι φαράσουν άλλα που ήταν κόμα μες τα δεντρά. Ο Παράσκος είδεν μιαν τζίηκλαν πιασμένην πας σ’εναν βερκίν τζιαι εβούρησεν να την πιάσει άμπα τζιαι καταφέρει τα τζιαι φύει. Εφκήκαν πας τα δεντρά τους τζιαι εσυνάξαν γλήορα ότι επιάσαν: αμπελοπούλια, κοτσιηνολαίμηες, μούγιους, κοτσιηνονούρες, δακκαννούρες. Ο Αγγελής έβαλεν ούλλα τα πουλλούθκια που ετρώαν σπόρους μες το κλουβούιν του: κανέναν-θκυό ζαρτηλούθκια, έναν τσακρίν τζιαι θκυό κουτσομουττούθκια. Ότι έτρωεν σπόρους εκρατούσαν το για το κλουβίν, τζιαι κάποια ήταν πολλά πολύτιμα για την ομορκιάν τους τζιαι το κελάηδημαν τους, όπως τα ζαρτήλια τζιαι τα κουτσομουττούθκια. Τα άλλα πουλλούθκια επνίαν τα, τζιείνα ήταν να καταλήξουν στο τραπέζιν.

Εστραφήκαν πίσω στην τερατσιάν τους να πνάσουν. Αφήκαν το κλουβούιν με τα ζωντανά πουλιά πουκάστες ελιές για να φέρουν άλλα με το κελάηδημαν τους. Εκάτσαν λλίην ώραν τζιαμαί αλλά εβαρεθήκαν να κάθουνται ύστερα που λλίον. Ο Παράσκος ήβρεν έναν ττενεκκούιν αγιωμένον τζιαι εκούμπησεν το χαμαί, μπροστά που την τερατσιάν. Ο Αγγελής μεμιάς εκατάλαβεν το παιχνίδιν. Εσταθήκαν τζιαι οι θκυό λλία μέτρα που το δεντρόν τζιαι αρκέψαν να το σημαθκιάζουν με πέτρες μέστα λάστιχα τους. Μετά που θκυο-τρείς απόπειρες, εκούτσιησεν το ο Αγγελής. Το ττενεκκούιν έκαμεν έναν κούφκιον ήχον τζιαι πετάχτηκεν κανέναν μέτρον πιο τζιει. Εξαναστήσαν το τζιαι αρκέψαν ξανά π’αρκής. Ούλλα ήταν τσιάττισμαν για λλόου τους.


Μετά που λλίην ώραν, είπαν να ξαναπάν στα βερκά τους. Αρκέψαν να παρπατούν προς τα δεντρά σιγά-σιγά, αλλά η ησυχία εταράχτηκεν που την τσιριλιάν του Παράσκου που έδειχνεν με το δάχτυλον προς τες ελιές: «
Μαυρότζιηκλα, μαυρότζιηκλα!» Ο Αγγελής εξαπόλησεν ότι εβάσταν τζιαιμαί που ήταν τζιαι αντάκωσεν του βούρου, φτάνοντας στο δεντρόν μετά που εκουτσούφλησεν τζι έππεσεν μες το φρεσκοκαμωμένον χωράφιν. Εφκήκεν γλήορα πας το δεντρόν τζιαι έφτασεν πας το κλωνίν που ήταν πιασμένον το πουλλίν. Έπιασεν το απαλά-απαλά με το δεξίν του, κρατώντας το βερκίν με τ’αριστερόν, ξικολλώντας το σιγά-σιγά να μεν του χαλάσει τα φτερά του. Εβάσταν το σαννα τζιαι ήταν το πιο εύθραυστο κομμάτιν πορσελάνη στον κόσμον. Ένιωθεν την καρκιάν του να χτυπά γλήορα τζιαι δυνατά. Εκατέβηκεν σιγά σιγά που το δεντρόν, κρατώντας προσεκτικά το πουλλίν. Αγαπούσαν πολλά τες μαυρότζιηκλες, γιατί εν επιάνναν συχνά τζιαι εκελαηδούσαν πολλά όμορφα. Εκαθάρισεν την κόλλαν που τα ποούθκια της με λλίον νερόν τζιαι έβαλεν την μες το κλουβίν.


Σιγά-σιγά ήρτεν η ώρα να συνάξουν τα βερκά τους τζιαι να παν έσσω. Τα πουλλούθκια μες το κλουβίν εθέλαν σάσμαν. Αρκέψαν το σύναμαν, με την αντίθετη πορείαν που εκάμαν το πρωίν. Εσυνάαν, ετυλίαν τζιαι εβάλλαν τες μάτσες μιαν-μιαν μες τες κουκκουρκές τους. Άμαν ο Παράσκος ήταν πας τη δεύτερην του ελιάν, άκουσεν έναν φτερούγισμαν βαρετόν πουπάνω του τζιαι είδεν την νοσσιάν νου
γερατζιού να κάμνει κατά το δεντρόν στο τέλος της σειράς. Είδεν το τζιαι ο Αγγελής. Αρκέψαν να φωνάζουν πέρκι φοηθεί τζιαι φύει αλλά τίποτε. Το γεράτζιν έσσιησεν τζιαι έκατσεν πας σ’έναν βερκίν που ήταν πιασμένος ένας μούγιος. Άρπαξεν το πουλλίν τζιαι πέτησεν, παίρνοντας τζιαι το βερκίν μιτά του.


Εσυνάξαν τα πράματα τους, εχτός που το χασημιόν βερκίν του Παράσκου, τζιαι εσαστήκαν να στραφούν έσσω. Ήταν μετά το μεσομέριν τζιαι αρκέψαν να πεινούν. Ο Παράσκος εφιλοσόφησεν το πράμαν: «Ε, νομίζω το γεράτζιην εκέρτησεν τον μούγιον, παίζει τζιαι τζιείνον το ίδιον παιγνίν με μας». «Ναι, μεν έσιεις παράπονον. Ρίζει περίτου που λλόου μας πας τα πετούμενα τ’ουρανού», απάντησεν ο Αγγελής. Περπατώντας προς το περβόλιν με την τερατσιάν, οι μιτσιοί εσταματήσαν τζιαι συνάξαν λλία ρόφκια. Εκάτσαν πουκάτω που την τερατσιάν τους, εκόψαν τα, εγλύψαν το ζουμίν που έτρεξεν μες τα σιέρκα τους, τζιαι εφάν τα λαίμαργα. Θέλεις ήταν η ώρα, η πείνα τους, ο ήλιος που έλαμπεν μεσοούρανα, τζιείντα ρόφκια ήταν τα
καλλύττερα που εφάν.


(φώτο δαμαί)

Tuesday, 2 February 2010

Πηλά τζιαι Ρόφκια


(Translation of mud and pomegranates part I)

Ο Αγγελής επετάχτηκεν που την καρκόλα άξιππα, σάννα τζιαι θώρεν όρομαν. Εκοίταξεν το ξυπνητήριν. Η ώρα εν ήταν ακόμα τρεισήμισυ το πρωί. Το ξυπνητήριν ήταν να παίξει η ώρα τέσσερις αλλά που την ανυπομονησίαν του ένωσεν πιο πριν τζιαι ξύπνησεν. Οι Κυριακές ήταν οι καλλύττερες μέρες-έν είχεν σκολείον τζιαι εμπορούσεν να κάμει ότι έθελεν, συνήθως να παίξει μάππαν ή να πάει τζυνήιν. Εσηκώστηκεν, εφόρησεν την παλιάν στολήν του τζιυρού του που τον τζιαιρόν που ήταν έφεδρος, έναν πράσινον παλλιοτρικόν με τρύπες, κλάτσες χοντρές. Ήπιεν στα γλήορα έναν ποτήριν γάλαν, βλέποντας πόξω που το παράθυρον. Ήταν ακόμα πισσούριν. Εφόρησεν τον σάκκον του, τες ποΐνες του, άρπαξεν την τσένταν του τζιαι εγύρισεν το κλειδίν τζιαι έφκηκεν έξω μες τον ψόφον του πρωινού.

Έμπηκεν μες την παράγκαν τζιαι μετά που λλίον έφκηκεν με την κουκκουρκάν του τζιαι έναν κλουβούιν στο σιέριν. Εκρέμμασεν την κουκκουρκάν πας τον ώμον του τζιαι ίσιωσεν κατά την άλλην μερκάν της γειτονιάς να εύρει τον φίλον του τον Παράσκον. Ο Παράσκος ακόμα εν ήταν τζιαμαί, μάλλον ήταν ναν στην ώραν του-εν θα επετάχτηκεν που την καρκόλα του νωρίς όπως έκαμεν τζιείνος. Έκατσεν πας το σιμιντιρούιν τζιαι είδεν γυρόν-γυρόν. Η γειτονιά ήταν ακόμα αμίλητη, ακίνητη. Τα περίτου φώτα ήταν σβηστά, εχτός που κανέναν-θκυο, τζιείνων των άτυχων που έπρεπεν να σηκωστούν νωρίς να παν δουλειάν. Έκατσεν τζιαμαί τζιαι απορρόφησεν το παγωμένον πρωίν του Οχτώβρη, τα τελευταία της αστρόλουστης νύχτας, την γλυτζειάν μυρωθκιάν του γιασεμιού. Αγάπαν πολλά τζιείντην εποχήν, που το καλοτζιαίριν ακόμα εποκράτεν, αλλά άρκεφκεν ο σιειμώνας σιγά-σιγά να κοντέφκει, σαν νοικάρης ανυπόμονος να μπεί στο σπίτιν.

Ήταν χαμένος μες τες σκέψεις του τζιαι η φωνή του Παράσκου αντελόσσιασεν τον. «Ίνταμπου ρε Αγγελή; Ονειρέφκεσαι πάλαι; Εν θα πιάμεν τίποτε έτσι!» «Έσιει ώρες που σε καρτερώ ρε αμπάλατε», επολοήθην ο Αγγελής, προσπαθώντας να ξυπνήσει που τες σκέψεις του. Ο Παράσκος εκουβάλαν την δικήν του κουκκουρκάν, έτοιμος τζιαι σε μεγάλα κκέφκια. Εφύαν που τον κύριον δρόμον τζιαι επιάσαν έναν μονοπατούιν που επήαιννεν προς τα χωράφκια. Το πισσούριν εκατάπιεν τους, αλλά εξέραν πολλά καλά που επηαίνναν. Τζιείντην στράταν εκάμαν την πολλές φορές τζιαι εξέραν την με τα μμάθκια κλειστά. Εσυνεχίσαν να πειράζουν ο ένας τον άλλον για κάμποσην ώραν, όμως τα παιχνίθκια τους σιγά σιγά ελλιάναν τζιαι εσσιέπασεν τα τζιαι τζιείνα η νύχτα αφήννοντας τους μόνους τους με τες σκέψεις τους. Ήταν έναν όμορφον πρωίν, ο αέρας ήταν γλυτζιής τζιαι ήταν χαρούμενοι.

Σιγά σιγά ερέξαν που τα πηλωμένα μονοπάθκια προς το τέλος του χωρκού που επηαίνναν συνήθως για τζυνήιν. Εφτάσαν στο περβολούιν του Μάστρε Κογκολή με τες αρχαίες ελιές, τόσον παλιές που εν εκάμναν πιον ελιές. Είχαν συγκεκριμένα δεντρά για τα βερκά τους, ο καθένας τα δικά του-τζιαμαί τα εβάλλαν κάθε φορά τζιαι εξέραν τα κλωνίν-κλωνίν. Τα δεντρά ήταν πανάρχαια, με κορμούς κούφκιους, σαν να τζιαι ήταν κάμαρες σε σπίτιν, τζιαι τζιειμέσα επαίζαν χωστόν τζιαι πόλεμον με τους φίλους τους. Κάποτε ο Μάστρε Κογκολής άφηννεν την μούλαν του διμμένην πας το δεντρόν, τζιαι επαίζαν τζιαι μιτά της τους κκάουμποϋς.

Τζιείντο πρωίν έν είχεν με μούλαν με Κογκολήν. Τα κοπέλλια εκινούνταν όσον γλήορα εμπορούσαν μέσα που τα ολοκότσιηνα πυλά. Επήαν ο καθένας στα δεντρά του. Ο Αγγελής έφκαλεν μιαν μάτσαν βερκά που την κουκκουρκάν τζιαι έβαλεν την πας σ’εναν κλωνίν στο πρώτον δεντρόν. Εφκήκεν σβέλτα πας το δεντρόν, με τες ποΐνες του να γλιάζουν πας τον αρχαίον κορμόν. Άμαν έφκηκεν τζιαι επάταν καλά, άρπαξεν την μάτσαν τζιαι έβαλεν την νάκραν του πρώτου βερκού στο στόμαν του, εκράταν την μάτσαν με το αριστερόν σιέριν τζιαι έκοψεν το βερκίν με το μασιαίριν που εβάσταν στο δεξίν, κόφκωντας προς τα έξω. Έστησεν το βερκίν σε έναν άννοιμαν των κλωνιών, να το θωρούν καλά τα πουλιά. Έστησεν ούλλην την μάτσαν τζιαι εκατέβηκεν, εφκήκεν το διπλανόν δεντρόν, τζιαι το πάραδιπλα ώσπου η κουκκουρκά εφκαίρωσεν. Έξι δεντρά, έξι μάτσες βερκά. Έβαλεν τα δαχτύλλια του μες το στόμαν τζιαι σφύρισεν κατά την μερκάν του Παράσκου. Ο Παράσκος εσφύρισεν τζιαι τζιείνος που την άλλην μερκάν του περβολιού. Ο Παράσκος έν εφτύχαν πολλά, έτσι που ήταν τζιαι λλίον σγούρτουλλος, τζιαι ο Αγγελής ετάνισεν του για να ποσπαστούν. Άψε-σβήσε εποσπάσαν τζιαι την κουκκουρκά του Παράσκου.


Εσυνάξαν ούλλα τους τα πράματα τζιαι αρκέψαν να περπατούν γλήορα, μακρυά που το περβολούιν, κατά την μερκάν νου άλλου καμιάν εκατοστήν μέτρα μακρυά. Έπρεπεν να ποσπαστούν τζιαι ναν μακρυά που τα βερκά πριν το χάραμαν, τζιαι ήδη άρκεψεν να φαίνεται ο ορίζοντας ολοκότσιηνος στην ανατολήν να μοιράζει την νύχταν στα θκυό. Εφτάσαν στο περβολούιν του Καννή τζιαι εκάτσαν χαμαί, με τη ράσιην τους να πνάζει πας τον κορμόν μιας τερατσιάς. Εν είχαν τίποτε να κάμουν εχτός που να περιμένουν. Εγείραν πας τον κορμόν τζιαι εκαμμίσαν αλλά η κρυάδα εξύπνησεν τους. Τα πρώτα πουλλούθκια αρκέψαν κελάηδημαν, τζιαι η πρωινή χορωδία άρκεψεν πρόβες.

(συνεχίζεται)

Thursday, 26 November 2009

Mud and pomegranates II


(continued from I)

When the sun was well on its way, and nature around them was wide awake, they slowly got up and headed back inside the orchard. They made their way through the fruit trees to the edge of the orchard and started walking back, clapping their hands and throwing the odd pebble here and there, trying to drive the birds out of the orchard and towards the grove where they'd set their sticks. At the same time, they kept an eye open for anything they could shoot with their slings. Angelís spotted a blackcap on an olive tree branch. He aimed his sling and shot at it but missed. He spat another mouthful of lead shot into the pouch of his sling and carried on with scaring the birds.

When they came to the end of the orchard, they again sat against the carob tree and opened their bags. "I hope you brought some of your mum's halloumi" Paráskos". "Of course, never without some". Angelís brought out a bag with olives, some cucumbers and tomatoes and some fresh bread which his grandmother had baked the day before, all carefully wrapped in a cloth. They laid it all on a rock, and had breakfast lying against the carob trunk and looking at the aerial activity. A kourkoutás was watching them curiously from a hole in the carob trunk. They spotted a flock of starlings in the sky, flying south. They'd love to catch a couple of them, they were beautiful and their song was glorious. But they had other things to catch.

They finished their breakfast, wrapped up their things and started walking carefully towards the olive grove. They could see some birds were already caught, but treaded slowly so as not to scare away any more that could still be around. Paráskos spotted a thrush caught on one of his sticks, and quickly climbed the tree to collect it before it managed to break off. They climbed all their trees and quickly collected their harvest: blackcaps, robins, chiffchaffs, finches. Angelís put all the seed-eating birds in his cage: a couple of goldfinches, a chaffinch and a couple of greenfinches. Birds which ate seeds were kept as pets, and some, such as goldfinches, were particularly loved. They killed the other birds-those would end up on the dinner table as a delicacy.

They went back to their carob tree to rest, leaving the cage with the captured birds in the grove to attract more with their chirping. They sat around for a while, but they soon got bored waiting. Paráskos picked up an empty, rusty can and put it on the ground against the carob tree. Angelís didn't take long to figure out what he was trying to do. They both stood a few meters away from the can and started aiming for it, using pebbles instead of shot. After two or three attempts, Angelís hit the can, the pebble bouncing off it, leaving a hollow metallic sound. They stood it up and started all over again, everything was a competition.

After a while, it was time to check on their trees again. They started walking towards the grove, but their cautious approach was interrupted by Paráskos' loud shouting: "run! There's a blackbird!" Angelís dropped all he was carrying and started running as fast as he could, stumbling and falling in the freshly-ploughed field. He quickly climbed the olive tree and made it to the branch where the blackbird was caught. He grabbed it carefully with his right hand, holding the lime stick with the left as he carefully released the bird without damaging its feathers. He held it as if it was the most fragile piece of porcelan ever. He could feel the bird's tiny heart beating fast. He slowly climbed down, holding the bird with great care. They loved blackbirds and valued them greatly. It was rare they ever caught one, but when they did it filled them with pride.

He put the bird gently in the cage. It was time to gather their sticks and go home as the birds in the cage needed to be cared for. So they started again, in reverse to what they'd done before dawn. They gathered their lime sticks, rolling them together into bunches and placing them in the koukkourká. As Paráskos was on his second tree, he heard a heavy flapping near him. He looked up and spotted a falcon making for the grove at great speed. Angelís had seen it too. They both started shouting to scare it off, but to no avail. The falcon swooped and landed on a lime stick on one of the trees where a chiffchaff had been caught. It grabbed the small bird, and flew off taking the lime stick with it.

They gathered all their things, except for Paráskos' lost stick, and prepared to walk back home. It was just after noon and they were getting quite hungry. Paráskos mused: "I guess Mr Falcon deserved his harvest as much as we did." "Yes, no grudges", replied Angelís. He had as much right to the sky's harvest, if not more. Walking out of the grove and through the fruit orchard, the boys stopped and picked themselves some pomegranates. They sat under their carob tree once more, cutting the pomegranates open and feasting on their juicy insides. They tasted better than anything in the world.


They'd caught about a dozen each

Tuesday, 24 November 2009

Mud and pomegranates



It wasn't even half past three when Angelís woke up. He'd set up the alarm clock for four but his excitement couldn't wait. Sundays were the best, there was no school and he could do whatever he liked with his time-usually hunting or playing football. He got up, pulled on his dad's old military fatigues, an old woollen jumper with holes, thick socks. He had a quick glass of milk, looking out of the window. It was still pitch-dark. He put on his coat and wellies, grabbed his bag, turned the key in the door and found himself outside in the crispy cold.

He headed for the shed and soon emerged with his koukkourká* and a small cage. He threw the koukkourká over his shoulder and walked to the far end of the neighbourhood where he was to meet up with Paráskos. Paráskos was not there yet-he was probably running on time rather than jump out of bed early like him. He looked around. The neighbourhood was still, motionless, like a freight ship waiting in the distance at night before docking in the morning. Most lights were off, apart from one or two, where the unlucky ones had to get up very early to go to work. He took it all in: the crisp October chill, the last of the starry night, the sweet scent of jasmine. He loved that time of year, when summer still held on but the winter had started to move in, like a tenant eager to occupy the premises for a few months.

Paráskos' voice made him jump. He'd been lost in his thoughts when his friend called him as he approached. "What are you doing there Angelís? Dreaming again? We'll never catch anything like this". "I've been waiting ages!", protested Angelís, in an attempt to snap out of his thoughts and into reality. Paráskos was also carrying his own koukkourká, all ready and in good spirits. They left the road towards a path which led to the fields. The darkness swallowed them but they knew very well where they were headed; this was a path they'd taken many times before and knew with eyes closed. They went on teasing each other for a while but their games gradually faded into the darkness, leaving them in their own, individual and shared contemplation. It was a beautiful morning, the air was sweet and mild and they were happy to be there.

They slowly walked through the muddy paths to the edge of the village where they usually did their hunting. They usually set their lime sticks in specific trees and even specific branches in an old olive grove. The grove was one of those which weren't producing many olives any more. The trees were ancient, their trunks hollowed out, the size of small rooms. These occasionally doubled as hideouts or tree-houses during various phases of afternoons full of games. The grove belonged to old man Kongolís who hadn't even bothered fencing it as he didn't mind the children playing in it. He sometimes tied his mule on one of the trees and Angelís and his friends had endless fun with it.

There was neither mule nor Kongolís that morning. The boys moved as swiftly as the red soil mud would allow them to. They picked their trees carefully in advance and they had each taken his share of the spots in the grove. Angelís pulled out a bunch of his lime sticks and placed it on a branch on the first of 'his' trees. He climbed it with some difficulty, as his muddy wellies slipped against the ancient trunk. When he was up and secure, he picked up the bunch of lime sticks, all glued together, and with great skill he picked one out, held the tip with his mouth and cut it out of the bunch with his knife moving outwards and away from his body. He placed it across an opening in the branches, ready for the birds to rest on. He placed them all, one by one, with great care and attention. When he finished the first tree, he moved on to the next one, and then the next one, until he had placed all six of his lime stick bunches. He put his fingers to his lips and threw a swift whistle in the direction of Paráskos, who whistled back in acknowledgement. Paráskos was slower and was still setting up on the fourth tree. Angelís gave him a helping hand, and together they emptied Paráskos' koukkourká in no time.

They picked up all their things and started walking fast away from the grove towards an orchard a few hundred meters away. They had to be done and away from the grove before the break of dawn, and they could already see the rosy horizon in the east breaking into two. They sat down and rested their backs against the trunk of a carob tree. All they could do was sit and wait, so they leaned and waited, dozing off but waking up from the cold. The first birds started singing as the dawn chorus started rehearsing the day's performance.
(to be continued)


*custom-made reed basket for lime sticks